Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κύπρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κύπρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Η Ενάτη Ιουλίου εν Λευκωσία Κύπρου, Βασίλη Μιχαηλίδη




-Αντάν αρτζιέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζι' εφυσούσαν
τζι' αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυνεφκιάζη
τζιαι που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν,
ώστι να κάμουν τον τζιαιρόν ν' αρτζιεύκη να στοιβάζη,
είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι' η Τζιύπρου το κρυφόν της
μεσ' στους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της.
Τζι' αντάν εφάνην η στραπή εις του Μοριά τα μέρη
τζι' εξάπλωσεν τζι' ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της,
τζι' ούλα ξηλαμπρατζιήσασιν τζιαι θάλασσα τζιαι ξέρη
είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι' η Τζιύπρου τα κακά της.

Μιαν νύχταν, νύχταν σιανήν, τζιαιρόν Δευτερογιούνην,
νύχταν Παρασιευκόνυχταν, που τ' άστρα μιλιούνια
ελάμπασιν που πανωθκιόν τζι' εν έυρισκες ρουθούνιν
μέσα στης Χώρας τα στενά, στης Χώρας τα καντούνια,
σιανεμιά, εν άκουες δεντρούδιν να ταράξη
μήτε του σιύλλου λάξιμον, με πετεινόν να κράξη.
Ητουν μια νύχτα μουλλωτή, μια νύχτα μουρρωμένη,
που θάρειες πως χώνεται που του Θεού την κρίσην.
Σε τέθκοιαν νύχταν σιανήν οι Τούρτζιοι βαδωμένοι
μεσ' στο Σαράγιον είχασιν μιάλον μετζιηλίσιν.

Εγείραν τα μεσάνυχτα τζι' επήρεν το ξιφώτιν,
τζι' ο Κκιόρ-ογλους πούτουν καλή, πολλά καλ' η ψυσιή του
εξέβην πώσσω του κρυφά τζι' επήεν στον Δεσπότην,
τζι' εξύπνησέν τον τζι' έκατσεν κοντά του τζιαι λαλεί του:
"Εν' έσσω μου, Τζιυπριανέ, τ' αμάξιν μου ζεμένον,
τ' αμάξιν μου, Τζιυπριανέ, εν' έσσω αντροσιασμένον,
τζι' αν θέλης για να ποσπαστής που σίουρην κρεμμάλλαν
τζι' αν θέλης που τον θάνατον να φύης να γλυτώσης,
να πας με το χαρέμιν μου κρυφά κρυφά στην Σκάλαν,
τα κουσουλάτα εν' αννοιχτά, να πάης να τρυπώσης.

Ηρτεν του Μουσελλίμ-αγά φερμάνιν που την Πόρταν
τζι' εψές άρπα τζι' ανόρπιστα εγίνην μετζιηλίσιν,
τζι' έσιει πκιον εις το σιέριν του την μαύρην σας την σόρταν,
στο σιέριν του τον θάνατον, στο σιέριν του την κρίσην.
Να μεν αρκής, Τζιυπριανέ, να χάννης τον τζιαιρόν σου,
να πάης να φαραντζιστής αν θέλης το καλόν σου.
Πρέπει να πας, ει δε τζι' αν ου, εχάθης δίχως άλλον,
αν σ' εύρ' η μέρα το πωρνόν δα μέσα δα, εν νάσαι
νεκρός εις την κρεμμασταρκάν είτε νεκρός στον πάλλον.
Ανου να πάμεν γλήορα, τ' αμάξιν καρτερά σε!"

Εσιυψεν ο Τζιυπριανός τζι' έμεινεν νάκκον ώραν
τζι' εδκιαλοίστην νακκουρίν τζι' αννοίει τζιαι λαλεί του:
"Δεν θέλω, Κκιόρ-ογλου, εγιώ να φύω που την Χώραν,
γιατί αν φύω, το κακόν εν' να γινή περίτου.
Θέλω να μείνω, Κκιόρ-ογλου, τζι' ας πα' να με σκοτώσουν,
ας με σκοτώσουσιν εμέν τζι' οι άλλοι να γλυτώσουν.
Δεν φεύκω, Κκιόρ-ογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου
εν' να γενή θανατικόν εις τους Ρωμιούς του τόπου.
Να βάλω την συρτοθηλειάν εις τον λαιμόν του κόσμου;
Παρά το γαίμαν τους πολλούς εν' κάλλιον του πισκόπου."

Λαλεί του πάλ' ο Κκιόρ-ογλους: "Λυπούμαι σε, Δεσπότη,
να μεν σ' εύρη που το πωρνόν ο ήλιος μεσ' στην Χώραν,
γιατί ευτύς εν' να κοπή η τζιεφαλή σου πρώτη.
Ενας Μουρούζης τζι' έφυεν έσιει τωρά μιαν ώραν,
που κρεμαλλίστην του τεισιού τζι' εξέβην εις την στράταν,
τζιαι πα' κατά τον Λάρνακαν να μπη στα Κουσουλάτα.
Εφέραν του τζι' εφόρησεν μιαν αλλαήν, 'πο τζιείνες
τους Πίτσιλλους, συλλούριτζιην, λιμίν λιμίν, σαλάταν,
τζιαι σέρτουκα τζιαι μέρτουκα στα πόδκια του ποδίνες,
μεν τύσιη τζι' αγρωνίση τον κανένας εις την στράταν."

"Ευκαριστώ σου, Κκιόρ-ογλου," λαλεί του ο Δεσπότης.
"Θωρώ σε με καλόν γάλαν πως είσαι βυζασμένος,
μα φύε, μεν σε δουν τζιαι πουν πως γένεσαι προδότης."
Λαλεί τ': "αν μεν θέλης πολλά νάσαι ξωμακρυσμένος,
αμμάγγου πάμεν έσσω μου, να μεν μείνης δαπάνω."
"Εγιώνη θέλω, Κκιόρ-ογλου, να μείνω τζι' ας πεθάνω."
Ο Κκιόρ-ογλους εμάσιετουν να κάμη καλωσύνην,
αμμά επήεν άδικα ο κόπος του χαμένος.
Περίτου ώραν δεν είσιεν τζι' εν έπρεπεν να μείνη,
τζι' έφυεν πκιον περίλυπος τζιαι παραπονημένος.

Η νύχτα πκιον αρκίνησεν περίτου ν' αναρκώνη,
εγίνην η ανατολή κροκότσιηνη περίτου,
άρτζιεψεν πκιον το Σάββατον να πικροξημερώννη
τζι' ακούστηκεν του ξύλενου σημάντρου η φωνή του.
Εξέβην ο Τζιυπριανός με τζιείνον τον καμόν του,
τζι' επήεν εις την εκκλησ'ιάν τζιαι βάλλει τον σταυρόν του
τζι' ήτουν όσον τζι' εκάμασιν αρκήν της λειτουργίας,
τζι' εστάθηκεν περίλυπος τζιαι σγιαν να δκιαλοίστην,
τζι' επήεν τζι' εγονάτισεν ομπρός της Παναίας
τζιαι κάτι εψουψούρισεν τζι' ευτύς εκλαμουρίστην.

Εμεινεν, δεν ετάραξεν, ούλα που να καρφώθην,
γονατιστός τζιαι πληξιμιός με σιέρκα σταυρωμένα,
αρτζιέψαν το κοινωνικόν τζιαι τότες εσηκώθην,
τζι' εστάθηκεν τζι' εφαίνουνταν ταμμάδκια του κλαμένα,
τζιαι προσκυνά τρεις τέσσερεις φορές την Παναίαν,
εθάρειες ποσιαιρετά τζιαι κόσμον τζι' εκκλησίαν.
Εσυχχωρήθην με τους λας τζι' έμπην μεσ' στάγιον Βήμαν,
εμπήκεν τζι' εκοινώνησε τζι' εξέβηκεν τζι' εστάθην,
τζι' έμοιαζεν ούλα τον νεκρόν που βάλλουν εις το μνήμαν,
εθάρειες που πάνω του το γαίμαν πως εχάθην.

Εξέβην που την εκκλησιάν με την συναπαρτζιάν του,
τζιαι Τούρτζ' ευτύς του Σαραγιού επλάστησαν ομπρός του.
Ευτύς έριψεν πάνω τους μιαν άρκαν αμμαδκιάν του
τζι' εδήθηκεν το βρύδιν του τζι' εφάνην ο θυμός του.
Εμειναν τζι' εθωρούσαν τον ομπρός τους θυμωμένον
τζι' εθάρειες το στόμαν τους πως ήτουν πουμωμένον.
Λαλεί τους: "Πκοιός σας έπεψεν πωρνόν-πωρνόν κοντά μου;
Πέτε μου το, συντύσιετε τζιαι μεν βαρυκωλιήτε,
αν εν τζι' ελυπηθήκετε, εν πέτρα η καρδκιά μου,
πέτε μου, είντα θέλετε χωρίς να μ' αντραπήτε.

"Ηρταμεν να σε πκιάσωμεν, είμαστον προσταμένοι
από τον Μουσελλίμ-αγάν τον άρκονταν της χώρας."
Λαλεί τους: "Με καλόν γάλαν αν είστε βυζασμένοι,
σταθήτε, καρτεράτε με πέντε λεφτά της ώρας."
(τζιαι πκοιός ηξέρ' ειντά 'κρυφεν που μέσα στην καρδκιάν του!)
Εξέβην πάνω βκιαστικός τζι' ενέην στον νοτάν του
τζι' άψεν λαμπάδιν τζι' έκρουσεν κάτι χαρκιά γραμμένα
τζι' ύστερα στράφην τζι' είπεν τους: "Ελάτ', αντρειωμένοι,
τώρα πώχω τα πράγματα σγιαν θέλω τελειωμένα,
επάρτε με να πάμεντε σγιαν είστε προσταμένοι.
Επάρτε με να πάμεντε ν' αδικοθανατήσω,
επάρτε με, σκοτώστε με χωρίς καμμιάν αιτίαν."
Τζι' άλλοι δεξιά τζι' άλλοι ζαβρά τζι' άλλοι ομπρός τζιαι πίσω
ευτύς ετριυρκάσαν τον τζι' επήραν τον τζι' επήαν.

Ο Μουσελλίμης κάθεται με ούλλους τους αγάδες
μεσ' στο Σαράγιον τζιαι λαλεί τους άλλους Δεσποτάδες:
"Ακουσα πως εσείς οι τρεις τζιαι ο μιλλέτ πασιής σας
τζι' οι προεστοί του τόπου σας, ταρκοντολόϊν ούλον,
ετάξετε εις τους Ρωμιούς το μάλιν της ζωής σας,
να μεν αφήκετε Ρωμιόν εις τον ντοβλέττιν δούλον."

Είπεν τζιαι δεν ετέλειωσεν ο άρκοντας το πείν του
τζι' εφέραν τον Τζιυπριανόν οι Τούρτζιοι ομπροστά του.
Ενεψεν με το δίκλημαν, ένεψεν με το δείν του
'νού που τους ασκερλήες του τζι' επήρεν τον κοντά του,
τζι' έκλινεν τζι' είπεν του στο φτιν: "Σε δκυο λεφτά της ώρας
να βαωθούν, να κλειδωθούν τζι' οι τρεις πόρτες της Χώρας,
μεν πα τζιαι φύουν οι Ρωμιοί στα όρη τζιαι χωστούσιν.
Αππεξωθκιόν του Σαραγιού να μεν εν παναύριν,
μεσ' στο Σαράγιον ούλοι τους να διπλαρματωθούσιν,
τζιελλάτην τζιαι κρεμμασταρκάν να τάσιετε χαζίριν."

Τότες εστράφην τζιαι λαλεί του Αρχιεπισκόπου,
σιυφτός χαμαί δησόφρυδος τζιαι καραμουτσωμένος:
"Πασ' πίσκοπε Τζιυπριανέ, μιλλέτ πασιή του τόπου,
εγύρεψα σε να σου πω πως είμαι προσταμένος
απού την Πόρταν τζιαι κρατώ στο σιέριν μου φερμάνιν,
πως έχω μιάλην προσταήν που το ψηλόν Διβάνιν
ταρκοντολόϊν τους Ρωμιούς, τους μιάλους τούν' του τόπου
να τους συνάξω μονομιάς τζιαι να τους-ι-σκοτώσω,
να μεν χαρίσω μπροεστού ζωήν μήτε πισκόπου
τζιαι ό,τι λοής θάνατον θελήσω να τους δώσω."

Λαλεί του: "Μουσελλίμ-αγά, πούσαι καλός ισλάμης,
αφώσιεις εις το σιέριν σου του Διβανιού φερμάνιν
τζι' αφώσιεις έτσι προσταήν, μπορείς αλλοιώς να κάμης;
Κάμε σγιαν σε προστάσσουσιν που το ψηλόν Διβάνιν
τζιαι κάψε μας, για κρέμμασ' μας, για κόψε το λαιμόν μας,
θέλομεν όμως να μας πης είντ' αν το φταίσιμόν μας."

"Εμάσιεστουν με τους Ρωμιούς τους άλλους να σμιχτήτε,
τους Τούρκους που τες τέσσερεις μερκές να πολεμάτε,
εμάσιεστουν εις τάρματα τζι' εσείς να σηκωθήτε,
για να σμιχτήτε ούλοι σας τζιαι την Τουρτζιάν να φάτε."

"Εν τζι' ήρταν, Μουσελλίμ-αγά, πάνω στον τόπον άλλοι
τζι' εφέραν άρματα κρυφά τζι' έννα μας καταγνώσης.
Εδώκαμεν σου τάρματα ούλοι, μιτσιοί τζιαι μιάλοι
ευτύς ότι εγύρεψες να μας-ι-ξαρματώσης.
Είντα λοής εθέλαμεν εμείς ναρματωθούμεν
τζιαι να σμιχτούμεν μ' άλλους λας τζιαι να σας πολεμούμεν;
Τζιείνος που σου ψουψούρισεν τούτα τα λόγια ούλα,
αν εν τζιαι τζιείνος Χριστιανός όμως εμάς μισά μας:
πυρομασιεί τον πάντα του π' αππέσσω η αζούλα,
εμάς πο τούτα που λαλείς εν καθαρή η καρδκιά μας."

"Να μεν αρνιέσαι, πίσκοπε, τζι' εσείς οι καλοήροι,
είσιετ' αθθρώπους στα χωρκά, χαρκιά να δκιαμοιράζουν,
ν' αρματωθούσιν οι Ρωμιοί ναν' ούλοι τους χαζίρι
και με τον πρώτον λόον σου ν' αρτζιέψουν να μας σφάζουν,
τζιαι δεν πιστεύκ' ό,τι μου πη του καθενού το στόμα,
τζι' έχω πο τζιείνα τα χαρκιά, έσιεις να πης ακόμα;"
Λαλεί του: "Μουσελλίμ-αγά, είπα σου τζιαι λαλώ σου:
πο τούτα ούλα που λαλείς εν καθαρή η καρδκιά μας,
τζιαι πίστεψε, ειδέ τζι' αν ου, το κρίμαν στον λαιμόν σου,
μπορεί τζιαι ναν καμμιά δουλειά που γίνηκεν κρυφά μας."

"Πίσκοπε, 'γιω την γνώμην μου ποττέ δεν την αλλάσσω,
τζι' όσα τζι' αν πης μεν θαρευτής πως εν να σου πιστέψω.
Εχω στον νουν μου, πίσκοπε, να σφάξω, να κρεμμάσω,
τζι' αν ημπορώ που τους Ρωμιούς την Τζιύπρον να παστρέψω,
τζι' ακόμα αν ημπόρεια τον κόσμον να γυρίσω,
έθεν να σφάξω τους Ρωμιούς, ψυσιήν να μεν αφήσω."
"Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,
κανένας δεν εβρέθηκεν για να την-ι-ξηλείψη,
κανένας, γιατί σιέπει την που τάψη ο Θεός μου.
Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!

Σφάξε μας ούλους τζι' ας γενή το γαίμαν μας αυλάτζιν,
κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια,
αμμά ξέρε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάτζιν
τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
Το 'νιν αντάν να τρώ' την γην τρώει την γην θαρκέται,
μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται.
Είσαι πολλά πικραντερός, όμως αν θεν να σφάξης,
σφάξε τους λας που πολεμούν αλλού αρματωμένοι.
Εμάς με σιέρκα όφκαιρα γιατί να μας πειράξης,
πούμαστον δίχως άρματα, τζι' είμαστον νεπαμένοι;"

Τότες ο Μουσελλίμ-αγάς εψήλωσεν το δειν του,
τζι' είδεν τον μ' έναν δειν γλυτζιύν, τζι' αννοίει τζιαι λαλεί του:
"Ο,τι παθθαίν' ο άθθρωπος εν που την τζιεφαλήν του,
του βρένιμου που το σπαθίν ποσπάζετ' η ζωή του,
τζιαι σου, αν είσαι βρένιμος, ποσπάζεις την ζωή σου."
"Μούλλωσε τζιαι κατάλαβα πριχού να πης το πειν σου,
μεν μάσιεσαι την θάλασσαν να την-ι-ξηντιλήσης.
Αδικα λόγια μεν χάννης τζι' αρκείς εις την δουλειάν σου.
Τον ήλιον με φύσημαν μπορείς να τον-ισβήσης;
Φώναξε του τζιελλάττη σου, σάσ' την κρεμμασταρκάν σου!"

Ο Μουσελλίμης τζι' ούλοι τους οι Τούρτζ' αντάν ακούσαν,
στραοπελέτζιν πάνω τους ούλα που νάεν ρίψει:
Εμειναν ούλοι τους βριχτοί 'νου στάλλου τζι' εθωρούσαν,
καθένας τους επάσκιζεν την αντροπήν να κρύψη.
Ο Μουσελλίμης είδεν πκιον πως χάννει αδίκως κόπους,
έταξεν τζι' εσηκώσασιν π' ομπρός του τους πισκόπους,
τζι' επήραν τους στην φυλακήν χωρίς να τους χωρίσουν.
Οι Τούρτζ' ότι τζι' εμείνασιν τσιμπίν τζι' εδκιαλοούνταν,
είπαν να φέρουν μαρτυρκές για να το μαρτυρήσουν
τζι' εφέραν έναν αγαθόν βοσκόν που την Μαλούνταν.

Λαλεί τ' ο Μουσελλίμ-αγάς: "Δημήτρη, μεν φοάσαι
τζι' εγιώ εσέναν έχω σε σγιαν άθθρωπον δικόν μου.
Είνταν που θέλεις; ζήτα μου τζιαι μεν-ι-δκιαλοάσαι."
"Θέλω, αφέντη, μανιχά να πάω στο χωρκόν μου,
έσιει π' αφήτης μ' έσιετε δα μέσα χαψωμένον,
έμεινεν το κοπάδιν μου στους κάμπους απλωμένον.
Αησ' με μάγκου δκυο μέρες τζι' έπαρ' μου την ψυσιήν μου,
είντα 'παθεν το μάλιν μου; θέλω τζι' εγιώ να ξέρω,
τζιαι πάλ' εγιώνη στρέφομαι, τζιαι θέμι στο στραφήν μου
μιαν τόκκαν τζιαι μιαν άτροφην κανίσιην να σου φέρω.

Δεν έχω, αφέντη, έσσω μου με μισταρκόν με δούλον,
τζι' είπαν μου πως τα γίδκια μου ψοφούσιν που την πείναν.
Εσσω μου τζι' έξω μ' έναν γιον τον είχα ούλον-ούλον
τζι' είμαι τζιαι τζιείνου δίχως του έσιει τώρα 'ναν μήναν.
Μιαν Τζιερκατζιήν, που ήμαστον οι δκυο τζιείνος τζι' εγιώνη
τζι' επκιάνναμεν με τα βερκά πουλιά μέσ' στο λαόνιν,
έταξα τον τον άχαρον να πα' να παραλάση,
τζι' επήεν τζι' εν εστράφην πκιον νάεν καή η μέρα!
Ειπάν μου πως εφύασιν πο τζιεί που το Καρπάσιν
μια κοπή παίδκιοι τοπκιανοί τζιαι πως επήαν πέρα,

πέρα στους λας που πολεμούν τζιαι παν κατά την Πόλην.
Αν πολεμούν για το καλόν τζιαι πολεμά τζι' ο γιος μου,
ας εν χαλάλιν του Θεού, αν μου τον φα' το βόλιν,
τζι' ας πα να μείνω δίχως του, να ζήσω μανιχός μου.
Ειδέ τζι' αν ου, τζιαι μάχουνται να κάμουν άλλα αντ' άλλα,
χαρράμιν τους που τον Θεόν της μάνας τους το γάλαν.
Εσιει π' αφήτης έφυεν που λλόου μου ο γιος μου,
έμεινα μανιχούλλικος: μαντρίζω, ξημαντρίζω,
τζιοιμίζ' ο κακομάζαλος τζιαι μπλίζω μανιχός μου
τζιαι μανιχός μου στέκομαι στον λάκκον τζιαι ποτίζω.

Μεσ' σ' τουν την χάψην ως πόσον, αφέντη, πκιον; κανεί με,
εκαμέν με δαμέσα δα η πλήξη πολιφάϊν,
γιατί το τρώω τρώει με, το πίννω καταλυεί με,
που τον καμόν μου τον πολλύν τούτ' η καρδκιά μου 'κάην.
Εξύπνουν που το χάραμαν, πούθεν να πα' να μπλίσω,
τζιαι δεν εβάσταχνα ποττέ χωρίς να τραουδήσω,
τζι' ούλα τα πάντα θάρεια μιτά μου τραουδούσαν,
εβρύτζιζα που την φωνήν τον κόσμον νύχταν μέραν
τζι' έπαιζα το πιδκιαύλιν μου, τζιαι τα βουά αδονούσαν,
το κλάμαν τζιαι το δάρκωμαν τα μμάδκια μων το ξέραν."

"Εν να σ' αφήκω," είπεν του, "να πας τζι' εις το χωρκόν σου,
τζιαι το μιρίν σου ως που ζιής εν να σου το χαρίσω,
τζι' εν να πκιερώσω, αν έσιης ρκος, ακόμα τζιαι το ρκος σου,
τζιαι μεσ' στην φούχταν εκατόν χρουσά να σου μετρήσω.
Είπες πως οι Πισκόποι σας εθέλαν να σηκώσουν
τους Χριστιανούς κρυφά κρυφά, τους Τούρκους να σκοτώσουν.
Είπες πως οι Πισκόποι σας ως τζι' εις τα κοπελλούδκια,
στους παίδκιους τζιαι στους γέροντες τζιαι στες γυναίκες κόμα
εδκιαμοιράζαν άρματα τζιαι βόλια τζιαι παρούδκια,
τζι' ακούσαν τα τζι' άλλοι τζι' εγιώ που το δικόν σου στόμαν."

"Εγιώ, αφέντη, μανιχά άκουσα να λαλούσιν,
πως ήρτεν ένας τοπκιανός καλόηρος που πέρα
τζι' έφερεν κάμποσα χαρκιά πο τζιει που πολεμούσιν
τζι' έδωκεν τα τζιαι χάθηκεν, δεν έμεινεν με μέραν,
τζιαι τζιείνα ούλα τα χαρκιά πως ήταν του πολέμου.
Τα άλλα ούλα που λαλείς εν τάκουσα ποττέ μου."
"Είντα μας περιπαίζεις, βρε, είμαστον μισταρκοί σου;
Είπες το με το στόμαν σου μεσ' σ' τόσον παναύριν,
πε το, γιατί σκοτώννω σε, κόβκω την τζιεφαλήν σου.
Φέρτε μου τον τζιελλάττην δα, ναν δαχαμαί χαζίριν!"
"Οϊ, αφέντη, μεν κάμης πάνω μου μέναν γαίμαν.
Λυπήθου με τον άχαρον τζι' εν κρίμαν τζι' αμαρτία,
άησ' με τζιαι λαλώ σου το: εν εν', αφέντη, ψέμαν.
(Ο φόος φέρνει κόλασιν, λαλεί τζι' η παροιμία)
Ας κάμω τα πικρά γλυτζιά τζιαι τα ζαβ'άς γισ'ώσω
τζι' ας πω κατά που θέλετε, αφέντη, να γλυτώσω.
Τα είπες εν' αληθινά, αφέντη, μαρτυρώ το,
είδα τζιαι με τα μμάδκια μου τζι' άκουσα με τα φκια μου,
ούλα γινήκαν τζι' είδα τα, τζι' είπα το τζιαι λαλώ το.
Θεέ μου τζιαι συγχώρα μου, εν καθαρή η καρδκιά μου."

Είπεν τα τούτα ο βοσκός τζι' ελούθηκεν το κλάμαν.
Οι Τούρτζιοι εψουψουρίσασιν τότες ανεμεσόν τους
τζιαι πα' σε μιαν κόλλαν χαρτίν μαρτυρικόν εκάμαν,
(τζιαι πκοιός ήξερ' ειντά γραφεν τζιειν το μαρτυρικόν τους)
τζιαι φέραν του το του φτωχού Δημήτρη τζι' έπκιασέν το
τζι' έγ'γ'ισεν το δαχτύλιν του πάνω τζι' εμούζωσέν το.
Ο Μουσελλίμης τότε πκιον εγλυκοσύντυσιέν του,
τζι' είπεν του: "Πάψε, μεν κλαίης τζι' εν να σε ξαπολύσω."
Είδεν τον τζιαι με δειν γλυτζιύν τζι' εχαμογέλασέν του
τζι' ένεψεν τους τζι' επήραν τον πο τζιει τα ώδε πίσω.

Τότες πκιον εσυντύχασιν ούλοι κάμποσην ώραν,
για τζιείνους πων να κόψουσιν τζι' αννοίξαν το δεφτέριν
τζι' είδασιν πόσοι εν π' αλλού τζιαι πόσοι που την Χώραν
τζιαι πόσοι για συρτοθηλειάν τζιαι πόσοι για μασιαίριν.
Τζι' είσιεν πεντ' έξι πούπασιν πως εν πολλοί τζι' εν κρίμαν,
τζι' ο Μουσελλίμης είπεν τους "Εν ούλοι για το μνήμαν!"
Ο ήλιος πκιον εστύλλωσεν, εγίνην μεσομέριν
τζι' ακούστην εις τον μιναρέν ο χότζ'ας να φωνάζη
τζι' επάψασιν την συντυσιάν τζι' αφήκαν το δεφτέριν
τζι' εσηκωθήκαν ούλοι τους τζι' επήαν στο ναμάζιν.

Είσιεν η μαύρη φυλακή η στενοκοπημένη,
που κάθουνταν οι τέσσερεις πισκόποι μανισιοί τους,
που την μερκάν του περβολιού μιαν πόρταν σιερένην
τζι' ακούετουν η συντυσιά τζι' η χαμηλή φωνή τους.
Ελάλεν ο Λαυρέντιος: "Α, τον ευλοημένον
τζιείνον τον Θεοφύλαχτον, ούλα τον αππωμένον!
Εφερεν τζιείνα τα χαρκιά στραβά, χωρίς να ξέρη,
τζι' εγέμωσεν που μιαν μερκάν ως άλλην το νησσίν μας,
τζι' έδκιαν τα όπου τύχχαιννεν τζιαι μέραν μεσομέριν
τζι' ήρτασιν τούτα τα κακά τώρα στην τζιεφαλήν μας."

Λαλεί τους ο Μελέτιος: "Μισώ την αδικίαν.
Πως εβουλήθην άνθρωπος να κάμη καλωσύνην,
να τον κακολοήσωμεν πως ήταν η αιτία;
Ητουν βουλή που τον Θεόν για να γενή τζι' εγίνην.
Τον Χάρον εν τζιαι βκάλλουν τον ποττέ πως εν φταισμένος,
πάντα λαλούν το φταίσιμον πως τόσιει ο πεθαμένος."
Λαλεί τους ο Τζιυπριανός: "Εν λόγια παραπάνω,
έτσι τζι' αλλοιώς ετέλειωσεν, εμείς εν να χαθούμεν,
ό,τι λοής τζι' αν έτυχεν ξέρει ο Θεός που πάνω,
για τζιείνους πων να μείνουσιν τζιείνους τώρα να δούμεν."

Τότες εκρώννοιξεν κρυφά του περβολιού η πόρτα
τζι' εμπήκεν παίδκιος όμορφος μακρύς τζιαι στολισμένος
χαρούσιμος, τζι' εφαίνετουν που γαίμαν τζιαι που σόρταν,
τζι' ανέσαινεν τζι' εφαίνετουν πως ήτουν ποσταμένος.
Εκράτεν παστρικόν ποξ'άν γεμάτον στην μασκάλην,
τζι' επήεν στον Τζιυπριανόν τζι' είπεν του γιάλι γιάλι:
"Επεψεν με ο τζιύρης μου τώρα τζι' ήρτα βουρώντα
τζι' έφερα σου μιαν αλλαήν δικήν του να φορήσης,
ναπάμεν έσσω μας τωρά, κρυφά κρυφά, χωστώντα,
χάϊτε ντύθου γλήορα να πάμεν, μεν αρκήσης."

"Γυιε μου, πκοιός εν ο τζιύρης σου; πες μου τζιαι μεν να ξέρω."
"Ο τζιύρης μων ο Κκιόρ-ογλους, τζι' είπεν μου να πασκίσω
νάρτω να σ' εύρω γλήορα τζιαι ρούχα να σου φέρω,
τζιαι να σε πάρω έσσω μας ευτύς, να μεν σ' αφήσω.
Ντύθου να πάμεν τζι' ο Θεός ορπίζω ναν μιτά μας,
ο τζιύρης μου εν έσσω του τωρά τζιαι καρτερά μας.
Να ρέξουμεν χωστά-χωστά 'που μέσα στο περβόλιν,
τζιαι που τον τοίχον ύστερα να ππέσουμεν στην στράταν
τζι' αν τύσιη σγιαν πηαίννομεν τζιαι μπλάση μας το κόλιν,
γρυ να μας πουν, μελίζω τους τζιαι κάμνω τους σαλάταν."

"Να πάης, γιε μου, να του πης να κάμνη την δουλειάν του
τζι' είμαι πολλά καλλύττερα, πολλά, δα μέσα πούμαι,
τζιαι πως την καλωσύνην του τζιαι την καλήν καρδκιάν του
ακόμα τζιαι κρεμμάμενος εν να την αθθυμούμαι.
Χ'αιρέτα μου τον που καρδκιάς τζιαι να του πης ακόμα,
πως εν να τον ευκαριστώ νεκρός που κά 'στο χώμα,
αν κάμη μιαν μιαλλύττερην πο τούτην καλωσύνην:
Στον τόπον μας πο δα τζιαι δα να κάμ' ό,τι μπορήση
να μεν γινή μιαλλύτερον κακόν στην Ρωμιοσύνην.
Πε του τα τούτα, τζι' ο Θεός να τον πολλοχρονίση."

"Για τούτα ούλα που λαλείς τζι' εγιώ εν να πασκίσω
τζιαι μεσ' στα φυλλοκάρδκια μου τα λόγια σου φυλάω,
τζιαι μόννω σου στην πίστην μου να μεν ταλησμονήσω,
μα δίχως σου στον τζιύρην μου αντρέπουμαι να πάω."
Στην άλλην πόρταν μονομιάς κατσ'αρισμός ακούστην,
τζι' είδασιν το μαντάλιν της πουπανωθκιόν τζι' εσούστην,
τζι' αρκώθηκεν ο πέρκαλλος ο παίδκιος τζι' έδοξέν του,
τζι' η φούχτα του σιερβόλιασεν στην κόξαν το πιστόλιν,
εσκούλλισεν τον ο θυμός τζιαι πάλ' ανάδοξέν του,
τζι' έναν λιγγούριν έκαμεν τζι' εβρέθην στο περβόλιν.

Η πόρτα τότες άννοιξεν τζι' εκούμπησεν στον τοίχον,
τζι' ένας εφέντης έμπηκεν αρκοντικά ντυμένος
τζι' είπεν τους: "Ηρτα να σας δω, μιτά σας να συντύχω,
γιατ' είμαι για το χάλιν σας πολλά μαραζωμένος.
Εφερα σας τζιαι νακκουρίν φαίν τζιαι πκιείν να φάτε,
γιατ' εν να σας γυρέψουσιν τωρά τσιμπίν να πάτε.
Ετρεξα τζι' είδα τωρά τρεις κρεμμασταρκές στημένες,
είχαν τες δκυο στον Πλάτανον τζιαι τζιείν' την μιαν την άλλην
στην Συκαμιάν, τζι' ήτουν τζι' οι τρεις σγιαν χάροι κουρτισμένες
τζι' έπληξ' αππέσω μου πολλά τζιαι δεν μώμεινε χάλιν.

Ηρτα καταύτις να σας πω να παρηορηθήτε
τζι' εν να πασκίσω σήμμερον να κάμ' ό,τι μπορήσω
να ρίξω τες κρεμμασταρκές τζιαι σεις να ποσπαστήτε,
τζιαι τα χαρκιά που γράψασιν εγιώ 'ν να τους τα σιήσω,
να κάμω τα πικρά γλυτζιά τζιαι τάρκα να μερώσω
τζιαι βουλετόν ταβούλετον για να σας-ι-γλυτώσω.
Τέσσερεις στύλλοι σγιαν τζι' εσάς, τζιεφάλια τουν του τόπου
δεν είναι κρίμαν τζι' άδικον να πα' να κρεμμαστήτε;
Πο ούλα το γλυκόττερον εν η ζωή ταθρώπου,
ένας σας λόος μανιχά κανεί να ποσπαστήτε."

Τότες ο Αρχιεπίσκοπος εποτυλίχτην πάνω
τζι' είπεν του: "Τούρτζιε, βρίξε πκιον, κανεί να συντυχάννης
τζιαι δεν θέλω που λλόου σου ν' ακούσω παραπάνω.
Πάψε τζι' εν κρίμαν τζι' άδικον τα λόγια σου να χάννης,
άνου να φύης γλήορα, να πας εις την δουλειάν σου,
τζι' ο Χάρος εν γλυκόττερος απού την συντυσιάν σου."
Ο Τούρκος ότι τζι' άκουσεν εστάθην μουρρωμένος
τζι' είδεν τζι' επίστεψεν πως παν τα λόγια του χαμένα,
τζι' έμεινεν σγιαν περίλυπος τζιαι σγιαν αντροπιασμένος,
τζι' ύστερα ξέβην τζι' έφυεν με δκυο σιείλη καμένα.

Ο Τούρκος ότι τζι' έφυεν τζι' εμείναν μανισιοί τους,
εγονατίσαν ούλοι τους για να προσευκηθούσιν,
τζι' ούλοι εκλαμουριστήκασιν, τζιαι τζιείν' η προσευκή τους
ήτουν που μέσα στην καρδκιάν την ώραν που πονούσιν.
Στην υστερκάν της προσευκής έτσι γονατισμένοι
είπαν κλαμένοι σιανά τζιαι με φωνήν κομμένην:
"Θεέ μου, τζιαι συχχώρησε τους λας που μας μισούσιν,
Θεέ μου, τζιαι ξησκλάβωσε την άχαρην φυλήν μας,
Θεέ μου, τζιαι στερέωννε τους λας που πολεμούσιν,
Θεέ μου, τζιαι συχχώρα μας τζιαι δέχτου την ψυσιήν μας!"

Οι άλλοι πούτουν στην τζ'ιαμήν ότι τζι' εποσπαστήκαν
εστάθηκαν τζι' εκάμασιν τσιμπίν την συντυσιάν τους
τζι' εις το Σαράγιον ούλοι τους εξανασυναχτήκαν
τζι' αρτζιέψαν να τελειώσουσιν την άχαρην δουλειάν τους.
Για πείσμαν του Τζιυπριανού τζιαι για φοϊτσ'ασμόν του
φέρνουν τον αρκιδκιάκον του τζιαι τον γραμματικόν του
τζιαι βκάλαν τους κάτι δουλειές, δουλειές σαντανωμένες,
τζι' επέψαν τζι' εκρεμμάσαν τους αξάγκωνα δημμένους
στον Πλάτανον, πούταν οι δκυο κρεμμασταρκές στημένες,
τζι' αφήκαν τους τζιει πάνω τζιει καταύτις κρεμμασμένους.

Yστερα πέψασιν καμμιάν δωδεκαρκάν αθθρώπους
του Σαραγιού, τζι' ετάξαν τους να διπλαρματωθούσιν,
τζι' εφέραν που την φυλακήν τους τέσσερεις Πισκόπους
τζι' ήτουν ούλοι μονόβουλοι να τους το ξαναπούσιν
για τέλεια ύστερην φοράν πως πα' η τζιεφαλή τους.
Ευτύς ο Μουσελλίμ-αγάς αννοίει τζιαι λαλεί τους:
"Τζ'ελλάττης τζιαι κρεμμασταρκά εν τζιαι τα δκυο χαζίριν,
η ώρα σας εκόντεψεν τζι' εν καρτερώ περίτου,
έχω τζινούρκαν προσταήν τώρα που τον Βεζύρην."
Τότες ο Αρχιεπίσκοπος αννοίει τζιαι λαλεί του:

"Σκοτώστε μας τζιαι γράψετε τζι' εμάς τον σκοτωμόν μας.
Μα τούτοι ούλ' οι σκοτωμοί εν ούλοι για κακόν σας,
εσείς θαρκέστ' αννοίετε το μνήμαν το δικόν μας,
τζι' εν το πεισκάζετε πως εν το μνήμαν το δικόν σας.
Εσείς σιειροττερεύκετε τα πράματα θωρώ τα,
στην Πόλην εκρεμμάσετε τον Πατριάρχην πρώτα
τζιαι ταπισών άλλους πολλούς πισκόπους τζιαι παπάες.
Σκοτώστε όσους θέλετε, αμμ' αν να σας-ι-βλάψη,
το γαίμαν που σιονώννετε που μας τους δεσποτάες
εν λάϊν εις την λαπρατζιάν π' αφταίννει να σας κάψη."

Λαλεί τ' ο Μουσελλίμ-αγάς: "Η ώρα εν περασμένη,
χαζίριν εδειλίνωσεν τζιαι πάει να νυχτώση,
εν καρτερώ, γιατ' η δουλειά τωράν αρκινημένη
τζι' έχω τζιαι δκυο κρεμμάμενους τζιαι πρέπει να τελειώση.
Eχω τον αρκιδκιάκον σου τζιαι τον γραμματικόν σου,
τζι' εν να τους δης τζιαι σου τωρά κρεμμάμενους ομπρός σου.
Αν έσιης τίποτε να πης για το καλόν σας, λάλε,
να ποσπαστούμεν γλήορα, γιατ' εν να νυχτωθούμεν,
τζιαι παίρνω νάκκον πομονήν, ει δε τζι' αν ου, τζιαι πάλε..."
"Βρίξε τζι' εμείς το πεθυμάς ευτύς να σου το πούμεν:

Βκιάστου τζιαι κάμε γλήορα τζιαι τέλειωσ' την δουλειάν σου,
πρόσταξε τον τζ'ελλάττην σου να κόψη τον λαιμόν μας,
φερ' το σπαθίν σου γλήορα τζιαι την συρτοθηλειάν σου,
έτο που σου το είπαμεν είνταν' για το καλόν μας."

Ο Μουσελλίμης μ' έναν δειν σγιαν νάδειξεν φοέραν.
Ούλ' ανεκατωθήκασιν τζι' ευτύς με μιαν κατζίαν
αρπάξαν ούλοι βκιαστικά τζιαι σγιαν τους θυμωμένους
τζι' εδήσαν τους, μιαν σταλαμήν τζι' επήραν τους τζι' επήαν
τζι' εστήσαν τους αππεξωθκιόν του Σαραγιού δημμένους.

Τότες ο Μουσελλίμ-αγάς είπεν εις τους αγάδες:
"Ο θάνατος εν χάκκιν του κάθε κακού αθθρώπου,
πα' να ποτζιεφαλίσωμεν τώρα τους δεσποτάδες
τζιαι το πωρνόν ν' αρτζιέψωμεν τους μπροεστούς του τόπου,
τζιείνους που σγάφφαν της Τουρτζιάς κρυφά-κρυφά το μνήμαν.
Εν προσταή του Διβανιού τζιαι δεν έχουμεν κρίμαν.
Που την πελλάραν τους τραβούν τζιαι τούτοι τζι' η φυλή τους
τζι' ακόμα εν να πάθουσιν με τουν τον νουν περίτου,
οι ίδιοι τα κάμασιν ας τάβρ' η τζιεφαλή τους."

Σηκώννεται ο Κκιόρ-ογλούς τζι' αννοίει τζιαι λαλεί του:

"Εσιεις ψυσιήν, Μεχμέτ-αγά, εις τον Θεόν να δώσης,
όπκοιος τον όρκον του πατά, κολάζει την ψυσιήν του,
τον Πάσ' πίσκοπον έμοσες να μεν τον-ι-σκοτώσης,
έμοσες του να μεν κόψης ποττέ την τζιεφαλήν του."
"Δεν θέλω, Κκιόρ-ογλού, εγιώ παραγ'γ'ελιάν πο σέναν.
Ορκον αν τώμοσα εγιώ τζιείν' εν δουλειά μου μέναν.
Αντάν του ωρκομόθηκα, εσού 'ν είσιες χαπάριν,
αρνήθην τζι' εν εδέχτηκεν την χάρην μου εμέναν,
είπεν μου: Μουσελλίμ-αγά, αν θεν να κάμης χάρην
να μεν πειράξης τίποτε στον τόπον μας κανέναν.

Ετσι την χάρην δέχομαι, ει δε τζι' αν ου, λαλεί μου,
αν βουληθής τζι' έναν μιτσύν, μωρούδιν να πειράξης,
να πάη πρώτα στο σπαθίν εμέν' η τζιεφαλή μου,
τζιαι δεν θέλω την χάρην σου, εμέν' πρώτα να σφάξης.
Ομως θαρείς την γνώμην μου πως εν να την αλλάξω;
Τον όρκον που του έμοσα πάλ' εν να τον φυλάξω.
Εμοσα του να μεν κόψω ποττέ την τζιεφαλήν του,
μμα 'ν άλλον κόβκω τζιεφαλήν τζι' εν άλλον το κρεμμάζω,
εν τζι' έμοσα του τζι' είπα του χαρίζω την ζωήν του,
το πνίω έσιει δκιαφοράν πολλήν απού το σφάζω."

Τότες λαλεί ο Κκιόρ-ογλούς: "Τούτον τους δεσποτάες
φοούμαι μεν τζιαι φέρη μας νεκατωσιάν στην χώραν
μεν τζι' αναδόξη τους Ρωμιούς τζι' εν νάχουμεν πελάες,
να βάλουμεν κόλια πολλά τζιαι θέμι που τα τώρα.
Μπορεί να δισπιρκάσουσιν τζιαι να νεκατωθούσιν,
σαν δουν τα κόλια μας πολλά, τοτ' εν να φοηθούσιν."
Λαλεί τους ο Μεττές-αγάς: "Αφήστε τες φοβέρες,
για τους πισκόπους την δουλειάν δεν πρέπει να βκιαστούμεν,
πρέπει να μείνη να δκιαβούν αλλό-πεντέξι μέρες,
να ξομακρίση η δουλειά τζιαι να δκιαλοϊστούμεν.

Να ξανανεκουτρέψωμεν εις τους Ρωμιούς να δούμεν
μεν τζι' έχουν τζι' άλλα άρματα στα σπίδκια τους χωσμένα.
Τζι' ότι σκοπήσουμεν καλά τζιαι σιουραριστούμεν
νάμαστον τότες άνενοιας, νάμαστον νεπαμένοι."

Επολοήθην τζιαι λαλεί ο Μουσελλίμης τότες:
"Κανέναν φόον δεν εχώ από τους Τζιυπριώτες.
Θωρούν εις την Καραμανιάν πως η Τουρτζιά 'ν λιμπούριν,
τέλεια κοντά π' ακούονται τζι' οι σιύλλ' αντάν να λάξουν,
με μιαν σφυρκάν πετάσσουνται ποδώθθ' έναν λιγγούριν
τζι' ούλους μέσα σε μιαν ώραν μπορούν να τους-ι-σφάξουν.

Απού την άλλην έχουσιν κοντά τους το Μισίριν.
Αν πης καράβκια; δεν έχουν, εν του αλέτρ' αθρώποι.
Με τούτα ούλα δεν μπορούν να κάμουσιν χαίριν
τζι' εβάλαν τα που μιας αρκής στον νουν τους οι πισκόποι,
ει δε τζι' αν ου, εκάμναν μας τζιαι τούτοι το δικόν τους,
τζιαι πάλε τζιει που πολεμούν έχουν το μερτικόν τους.
Δα κάτω τούτοι εν πολλά, πολλά ξωμακρισμένοι,
περνούν μηνάδες τζι' εν έχουν χαπάριν που τα ξένα
τζιαι θέμι εν που την Τουρτζιάν στενά τριυρκασμένοι.
Δα κάτω τούτ' εν σαν ταρνιά πων χώρκα μαντρισμένα.

Αρκήσαμεν ανούτε πκιον να πάμεντε τζι' εν δείλης
τζιαι που καμμιάν νεκατωσιάν στην Τζιύπρον μεν φοάστε,
τζιαι δεν γίνεται τίποτες, εγιώ είμαι βεκκίλης,
για τούν' την δουλειάν τίποτες να μεν-ι-δκιαλοάστε."

Ούλοι τότες συλλόβροτοι ευτύς εσηκωθήκαν
τζι' αππεξωθκιόν του Σαραγιού επήαν τζι' εσταθήκαν.
Ητουν δεξ'ιά στον Πλάτανον οι δκυο οι κρεμμασμένοι
τζι' ήτουν ζαβρά στην Συκαμνιάν κρεμμασταρκά χαζίριν,
τζι' οι δεσποτάδες τζιει χαμαί αξάγκωνα δημμένοι
τζι' ήτουν τζιαι το Μουσουρμανιόν τριγύρου παναύριν.

Εφαίνουνταν περίλυποι οι Τούρτζ' οι Τζιυπριώτες,
γιατ' ήτουν ούλοι τους βριχτοί τζιαι σγιαν δκιαλοϊσμένοι.
Επρόσταξεν χαρούσιμος ο Μεσελλίμης τότες,
τζι' επήραν τον Τζιυπριανόν, δκυο-τρεις αρματωμένοι
πουκάτω που την Συκαμνιάν, κοντά στον θάνατόν του
τζι' εφάκκαν η συρτοθηλειά πάνω στο μέτωπόν του.
Υστερα γονατίσασιν τους άλλους τρεις πισκόπους
κατά την δύσην τζιαι τους τρεις αράδαν, τζι' ομπροστά τους
ήτουν οι τρεις τζ'ελλάττηδες ούλα τους αρκαθρώπους
τζι' ελάμνασιν πουπανωθκιόν τζι' επαίζαν τα σπαθκιά τους.

Τότες, ο Αρχιεπίσκοπος εψήλωσεν το δειν του
στον ουρανόν, τζι' εφάνησαν τα μμάδκια του κλαμένα,
εφάνην πως επόνησεν που μέσα στην ψυσιήν του,
τζι' είπεν τα τούν' τα δκυο λόγια με δκυο σιείλη καμένα:
"Θεέ, που νάκραν δεν έσιεις ποττέ στην καλωσύνην,
λυπήθου μας τζιαι δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην."
Τζι' ετρέξασιν τα 'δρώματα απού το πρόσωπόν του,
απού του ήλιου την πολλήν την καψερήν την αύραν
τζι' εβάλαν την συρτοθηλειάν ευτύς εις τον λαιμόν του
τζιαι τζιει πκιον ετελειώσασιν τα κάστια που ταύραν.

Υστερα οι τζ'ελλάττηδες με μιαν ψηλήν μανιέραν
εκόψασιν τους άλλους τρεις πούτουν γονατισμένοι
τζιαι τον Δημήτρην τον βοσκόν, ευτύς που τον εφέραν,
τζι' εστάθησαν με τα σπαθκιά τζι' οι τρεις ματζιελλεμένοι.
Το γαίμαν εκολύμπωσεν χαμαί στην γην τζι' εππέσαν
τζι' ελαχταρούσαν τα κορμιά τζι' οι τζιεφαλάδες μέσα.
Το ματζιελλειόν που γίνηκεν τζι' οι Τούρτζ' ελυπηθήκαν,
δεν είσιεν πλάσμαν πων είπεν απού καρδκιάς: εν κρίμαν.
Ακούστην εις τον μιναρέν δείλης τζι' εποσπαστήκαν,
τζι' εφύασιν τζι' αφήκαν τους δίχως θαφκιόν τζιαι μνήμαν.

Υστερα πκιον που το κακόν ακούστην μεσ' στην Χώραν,
τζιαι που το κλάμαν άρτζιεψεν η Χώρα πκιον να βράζη,
ύστερα που το βούττημαν του ήλιου νάκκον ώραν,
τέλεια πκιον, ότι τζι' έκαμεν αρκήν να σουρουπκιάζη,
επήασιν δκυο μπροεστοί τζιαι τέσσερεις παπάδες
τζι' είπαν του Μουσελλίμ-αγά: "Δώσ' μας τους δεσποτάδες
τζιαι τον Δημήτρην για θαφκιόν, να μεν μείνουν τζι' εν κρίμαν."
Τζι' είπεν με κάμποσους θυμούς τζιαι κάμποσες φοβέρες:
"Φύετε τζι' εν σας δκιω τωρά κανέναν για το μνήμαν,
θέλω να μείνουν τζιει χαμαί άθαφτοι τρεις ημέρες!"

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

CYPRUS: A GUIDE FOR VISITORS



This text in this case provides useful practical information on certain aspects of shopping in Cyprus and covers topics such as payment methods, services and opening hours for shops, banks and post offices, in order to make your stay in Cyprus as pleasant as possible.

Republished from European Consumer Centre (ECC) of Cypruss leaflet.

Consumers Protection

Many consumers have come to realize that every advice comes in handy when filing a claim for a defective product or service with the seller. Consumer must know their rights and should exercise them when it is appropriate to do so by all means necessary.

The ECC Cyprus is hosted and operates at the premises of the Competition and Consumers Protections Service of the Ministry of Energy, Commerce, Industry and Tourism.

It focuses on informing consumers on domestic market opportunities and offers advice on what they should do in case of problems when shopping across borders. It also offers support in pursuing cross-borders complaints.

Should you need free assistance concerning your purchase in Cyprus, you can contact the European Consumer Centre of Cyprus on tel.: 00357 22867100.

Written complaint can be submitted to the following address: 6, A. Araouzos street, 1421, Nicosia Cyprus or on email: ecccyprus@mcit.gov.cy

Currency

Currently, the Cyprus currency is the Euro.

Pricing and Methods of Payment

·         Prices must be displayed on items on sale, clearly indicating the cost per item / unit (litre, Kg, e.t.c.)
·         VAT, if applicable, must be included in the price.
·         The merchant is obliged to issue a receipt to the consumer
·         The most common methods of payment in Cyprus are cash, debit, check and credit cards

Tax

In Cyprus, 17% Value Added Tax (VAT) is mostly charged on goods and services

Opening Hours

Day
Winter Season 01/11 – 31/03
Summer season 01/04 – 31/10
Monday
09:00 – 19:00
09:00 – 20:30
Tuesday
09:00 – 19:00
09:00 – 20:30
Wednesday
09:00 – 14:00
09:00 – 14:00
Thursday
09:00 – 19:00
09:00 – 20:30
Friday
09:00 – 20:00
09:00 – 21:30
Saturday
09:00 – 15:00
09:00 – 17:00
Sunday
Closed
Closed

In tourist areas shops may remain open longer. Opening hours vary depending on the season and may they change by Minister Order.

Post Offices

Main Post Office in Nicosia: Constantinos Paleologos Str. (near to Eleftheria and Solomos Squares), tel.: 00357 22303123

September June

Monday - Friday
07:30 – 13:30
15:00 – 18:00 (except Wed)
Saturday
08:30 – 10:30


July - August

Monday - Friday
07:30 – 13:30
16:00 – 19:00 (except Wed)
Saturday
08:30 – 10:30


Banks

September - May

Monday
08:30 – 13:00
15:15 – 16:45
Tuesday - Friday
08:30 – 13:00


June - August

Monday - Friday
08:15 – 13:00


Sales

There are two sale periods:

1.      From the first Monday until the fourth Saturday of February and
2.      From the first Monday until the fourth Saturday of August

Sale periods last up to 45 working days but usually start earlier with a Ministerial Order

Hotels

Hotels and other tourist establishments are officially registered and classified by the Cyprus Tourism Organisation (CTO) in accordance with the provisions of the Hotels and Tourist Establishments Law and Regulations

Rates are quoted in Euros and are per room / apartment on a daily basis

Rates include: Overnight stay, breakfast in the case of hotels, service charge (10%), taxes to local and other authorities, Value Added Tax (17%) and CTO (3%) on accommodation and meal rates.

Any complaints should be addressed to:

·         The manager of the hotel / tourist establishment or
·         The Cyprus Tourism Organisation on tel.: 00357 22691100 or
·         The District Inspectors Office of the CTO on tel.: 00357 25760460 / 00357 26938388 / 00357 24658777 / 00357 23721100 or
·         Any other CTO information office in Cyprus

Timesharing

Timesharing involves the purchasing of the right to use immovable properties on a timeshare basis. Consumers are advised to demand a copy of the contractual proposal and read it carefully before they sign it.

The timesharing contract must:

·         Be in writing and include the duration
·       Be accompanied by the form of communication or withdrawal from the contract and an information sheet detailing the obligations of the buyer and of the owner according to the provisions of the relevant law
·         Be signed by both the owner and the buyer
·         Not include any abusive clauses

National law provides for a 15-day cool-off period. During this time the buyer has the right to withdraw, provided he / she communicates his / her intention both in writing and by registered mail.

Keep safe on the Cyprus roads

·     Visitors in Cyprus can drive using a valid international driving license, or their national driving license, provided it’s valid for the class of vehicle they wish to drive.
·         In Cyprus driving site is on the left and not on the right.
·     For their own safety and others’, drivers must adhere strictly to the national speed limits. The maximum speed permissible on the islands major highways is 100 Kmph the minimum is 65 Kmph. Unless otherwise posted, the maximum speed limit on ordinary inter-urban and rural roads is 80 Kmph. In residential areas, the maximum limit is 50 Kmph, although local limits are often set lower. These are signposted accordingly.
·      It’s prohibited to drive if alcohol’s level in the blood or breath is above the admissible limit. The admissible limit in the blood is 50 milligrams of alcohol in 100 millilitres of blood (BAC 0.5 mg/ml), while the admissible alcohol limit in breath is up to 22 milligrams of alcohol in 100 millilitres of exhaled air.
·      The use of hand-held mobile phones while driving is also prohibited. Drivers wishing to use their mobile phone while driving must use a hands-free device or park till they finish from using their mobile phone.
·        Seatbelt use is mandatory both in the front and rear seats of motor vehicles. Children under 12 years old and less than 1.5 m in height must wear a suitable safety belt or be otherwise suitably restrained.
·         Motorcycle or moped drivers must have the following in mind:
o    The law states that both the driver and passenger must wear safety helmets
o    Rental agencies should supply helmet(s) at the time of rental upon request
o    A passenger can be carried on appropriate motorcycles / mopeds provided that he / she is over 12 years old and sits astride the seat.
·         Third party insurance coverage is required
·         Pedestrians must remember that traffic moves on the left side of the road
·         Therefore you must always:
o    Walk on the pavement. In case there is no pavement walk on the right side of the road (i.e. towards the oncoming traffic)
o    Look both to your right and left before crossing any road
·         Rush hours in cities are 07:00 – 08:00, 13:00 – 14:00 and in late afternoon 17:00 – 18:00 in winter or 18:00 – 19:00 in summer
·         In case of an accident, call 199 or 112 immediately

Car rentals Hire Cars

Major self-drive car rental firms have offices in all towns, as well as at the Larnaca International Airport. A list of car rental companies can be found in the CTO’s annual guide to hotels, travel agencies and other tourist services, available on CTO’s website. Rented cars are also known as “Z” cars because their registration number, which is shown on red plates, starts or not, sometimes, (by a revisioned law, a few months ago) with Z letter.

Drivers under 25 years old, holding a driving licence for less than 3 years at the time of rental, must inform the car rental company so as an under-age insurance cover-note can be provided. Customers should read all the information on the rental car agreement and demand that all of their car rental rights be met.

Winter rates are in effect from November 1st March 31st. Companies offer reduced rates during the winter period.

Public Transport

The main means of public transportation in Cyprus are public and private buses’ companies and taxis which cover an extensive network. You can find urban and rural buses in every town and district by public district companies, which they connect with all of people needs: malls, hospitals, commercial streets, airports, ports, hotels, tourist establishments, e.t.c., intercity buses by a specialized public company from / to all main district bus terminals and from / to some district meeting points and airport routes from / to Nicosia and Larnaca by Kapnos Airport Shuttle company or you can rental a bus before you come in Cyprus by one of several private companies, i.e. A. Panayi Buses (tel.: 00357 22439473 or 00357 99415178) from Nicosia if you are an organized tourist group to transport you from airport to hotel / tourist establishment and back, including all your holiday transportations from your hotel / tourist establishment to any place you organized or you would like to go, without have to worry about (small anyway) distances.

You can have all similar telephone numbers by CYTA YELLOW PAGES, on website, easily.

On other site, if you are not a group but just a big family or many friends, you can have your taxi(s)! Taxis in Cyprus are working in two ways: Some of them are going to their working district meeting points and they are waiting there for a customer who wants to leave the place or to call them for a transport to airport, port, hotel / tourist establishment, mall, e.t.c. The other way of taxis working is by calling. You can call for a taxi by hotel’s / tourist establishment’s reception and in few minutes it will wait for you on hotel’s / tourist establishment’s entrance to transport you in every place that you organized or want to go.

Important note is that on public and Kapnos’ buses the ticket price is fixed, but on tourist groups’ bus rental and on taxis, prices are going differently. On rented buses, you have to talk about the price with the bus owner and you are adviced to have an officially written and signed by the group leader or organizer (if they are different) and the bus owner, fully explaining and in well understanding language all informations and details.

In taxis, thinks are going totally different! At first you have to avoid taxis without taximeter! As you can understand, this taxis will maybe charge you as much as they like and maybe they will be a big – big surprise and a huge disappointment on your relaxing days! So, at first you can get inform for all the taxi rates on CTO’s website and get, on second step, a taxi with taximeter. A detail that gives a step to taxis and rented buses, is that they are working on 24/7, instead of public and airport buses.

So, after this information, the choice between all public transportation types, is yours!

Useful Information

Climate

Cyprus is characterized by rather mild winters and hot summers. Average minimum and maximum temperatures:

August: 21oC – 40oC
February: 6oC – 16oC

Public holidays

01/01 New Years Eve
06/01 Epiphany Day
M/D* Green Monday
25/03 Greek National Day
01/04 Cypriot National Day
M/D Good Friday (Orthodox)
M/D Easter Sunday (Orthodox)
M/D Easter Monday
01/05 Labour Day
M/D Holy Spirit Day (Cataclysm’s Eve)
15/08 Assumption
01/10 Cyprus Independence Day
28/10 Greek National Day
25/12 Christmas Day
26/12 Boxing Day

*M/D: Moveable Day

Useful Telephone Numbers

Police / Fire Brigade / First Aid / Ambulance
112 / 199
Police
22802020
Forest Fire Reports
1407
Nicosia General Hospital
22603000
Limassol General Hospital
25801100
Larnaca General Hospital
24800500
Paphos General Hospital
26803100
Paralimni (Famagusta) General Hospital
23232000
Archbishop Macarius Hospital (Nicosia)
2240500
Advisory Bureau on AIDS
22305155
Support Against Drugs Abuse
1410
Overnight Pharmacies
90901412
Doctors On Call
90901432
Electricity Faults
90901420
National Directory Enquiries
11892
International Directory Enquiries (Country codes, trunk codes, rates)

11894
International Calls
80000198
Exact Time in English
1893
Exact Time in Greek
1895
Cyprus’ Calling-from-abroad Code
00357